athanasntomp.blogspot.com

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΙΠΠΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΦΙΛΙΠΠΟΣ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Απριλίου 13, 2018

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΤΩΝ ΜΑΚΕΔΟΝΩΝ ΠΟΥ ΑΝΑΜΦΙΣΒΗΤΗΤΑ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΠΑΡΑΠΟΙΗΣΟΥΝ ΚΑΠΟΙΟΙ ΓΙΑ ΣΚΟΤΑΔΙΣΤΙΚΟΥΣ ΣΚΟΠΟΥΣ



Η  οργάνωση  της  Μακεδονίας  κατά  την  

εποχή   του Μεγάλου Αλεξάνδρου


Το κύρος της δυναστείας των Τημενιδών βασιλέων της Μακεδονίας, απογόνων του Ηρακλέους και μέσω αυτού του ίδιου του Διός, επεσκίαζε ανέκαθεν, τόσο στην αρχαία όσο και στην νεώτερη ιστοριογραφία, την σημασία του έθνους των Ελλήνων Μακεδόνων στον πολιτειακό και τον πολιτικό τομέα. Ο βασιλεύς υπό την τριπλή του ιδιότητα ως αρχιερέως του έθνους, αρχιστράτηγου και ανωτάτου δικαστού καταλάμβανε όλο το ορατό πεδίο της πολιτικής σκηνής. 
Ο πλούτος του, ήδη από την εποχή του Φιλίππου Β’, μετά την προσάρτηση της εύφορης Χαλκιδικής και των χρυσοφόρων περιοχών του Παγγαίου, του επέτρεπε να συγκροτήσει αυλή από εκατοντάδες «εταίρους» ή «φίλους», αφοσιωμένους συνεργάτες, Μακεδόνες και άλλους Έλληνες, ικανούς να αναλαμβάνουν κάθε είδους στρατιωτική ή διπλωματική αποστολή, καθώς επίσης και να συντηρεί επί μονίμου βάσεως επαγγελματική στρατιωτική δύναμη χιλιάδων ανδρών. 
«Ὁ βασιλεύς», «οἱ φίλοι» και «αἱ δυνάμεις» θα αποτελέσουν την τριαδική συνισταμένη των κρατών των διαδόχων του μεγάλου Αλεξάνδρου. Η εντύπωση εν τούτοις ότι η πολιτειακή υπόσταση της Μακεδονίας που κληρονόμησε αυτός από τον πατέρα του Φίλιππο Β’ εξαντλείται στα τρία αυτά στοιχεία θα ήταν λανθασμένη.



Τον αυθεντικότερο απολογισμό του έργου του Φιλίππου και συνάμα την αυθεντικότερη απογραφή της κληρονομιάς που παρέλαβε από εκείνον παραδίδει ο ίδιος ο Αλέξανδρος στην αρχή του λόγου του προς τους Μακεδόνες στην Ώπιδα της Μεσοποταμίας το 324 π.Χ.: «Φίλιππος γὰρ παραλαβὼν ὑμᾶς πλανήτας καὶ ἀπόρους, ἐν διφθέραις τοὺς πολλοὺς νέμοντας ἀνὰ τὰ ὄρη πρόβατα ὀλίγα… χλαμύδας μὲν ὑμῖν ἀντὶ τῶν διφθερῶν φορεῖν ἔδωκεν, κατήγαγε δὲ ἐκ τῶν ὀρῶν ἐς τὰ πεδία… πόλεών τε οἰκήτορας ἀπέφηνε καὶ νόμοις καὶ ἔθεσι χρηστοῖς ἐκόσμησεν». Που σημαίνει: «Ο Φίλιππος λοιπόν αφού παρέλαβε εσάς που είσαστε φτωχοί και περιπλανώμενοι εδώ και εκεί και οι περισσότεροι από σας βόσκετε στα βουνά λίγα πρόβατα ντυμένοι με δέρματα… χλαμύδες μεν σας έδωσε να φορέσετε αντί των ακατέργαστων δερμάτων, σας κατέβασε δε από τα όρη στις πεδιάδες… σας κατέστησε κατοίκους πόλεων και σας διοίκησε με νόμους και με ωφέλιμες διατάξεις.»
Πράγματι, η πρώτη διαπίστωση του επιβάλλεται σήμερα άμεσα στον αρχαιολόγο και εμεσώτερα στον ιστορικό είναι ότι η Μακεδονία του τελευταίου τρίτου του Δ’ αιώνος π.Χ. ήταν μία χώρα πόλεων. Τα ανασκαφικά ευρήματα των Αιγεών, της Πέλλας, της Μίεζας, στο Παλαιό Βασίλειο, αλλά και της Αιανής, στην Άνω Μακεδονία, διαψεύδουν πανηγυρικά τον εδραιωμένο μύθο ότι οι πόλεις ήσαν «κάτι το μη μακεδονικό» ή ότι η Μακεδονία ήταν «φεουδαλικό κράτος» θεμελιωδώς «εχθρικό προς τις πόλεις». Ο Αλέξανδρος όμως στον λόγο του δεν αναφέρεται μόνον στην πολεοδομία και την αρχιτεκτονική, αλλά και στους «χρηστούς νόμους» δηλαδή στην εν γένει πολιτειακή οργάνωση. Πράγματι, θα μπορούσε κανείς, χωρίς να αμφισβητήσει τα σημαντικά υλικά κατάλοιπα, να υποστηρίξει, όπως ένας σύγχρονος Γερμανός ιστορικός, ότι «υπήρχαν βέβαια εκεί κάποιοι μεγάλοι οικισμοί, αλλά τους έλειπε αυτό που συνιστούσε μία πόλη για τους Έλληνες. Δεν κατοικούσαν εκεί αυθεντικοί πολίτες, αλλά γαιοκτήμονες και χωρικοί…». Αλλά και αυτή η προκατάληψη καταρρίπτεται σήμερα από αδιάψευστα τεκμήρια και κατά πρώτο λόγο επιγραφικά.
Μόλις προ δέκα ετών δημοσιεύθηκε ο κατάλογος, συντεταγμένος το 323 π.Χ., το έτος του θανάτου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, των θεωροδόκων της Νεμέας, δηλαδή εκείνων που είχαν αναλάβει σε κάθε πόλη την υποδοχή και φιλοξενία των θεωρών, των απεσταλμένων του ιερού της Νεμέας που περιόδευαν την ελληνική οικουμένη για να αναγγείλουν την προσεχή τέλεση των πεντετηρικών πανελλήνιων αγώνων. 
Ως γνωστόν, οι θεωροί επισκέπτονταν μόνον αστικά κέντρα που ήσαν συνάμα έδρες αυτόνομων πολιτικών οργανισμών, πόλεων, εθνών ή βασιλείων, διότι η συγκατάθεση των αρμοδίων αρχών ήταν απαραίτητη για την αποδοχή της ιεράς εκεχειρίας, συχνά δε οι ίδιες αυτές αρχές επέλεγαν τους θεωροδόκους. Έτσι, στον κατάλογο της Νεμέας σώζονται ονόματα θεωροδόκων βασιλείων της Κύπρου, που είναι κατά κανόνα οι ίδιοι οι βασιλείς, και πόλεων της δυτικής Ελλάδος, νήσων του Αιγαίου, της βορειο-δυτικής Μικράς Ασίας και της Μακεδονίας (Αμφίπολις, Λητή, Αλλάντη ίσως Πέλλα). 
Η σημασία της μαρτυρίας γίνεται αντιληπτή, όταν ο κατάλογος της Νεμέας συγκριθεί με τον σύγχρονο σχεδόν (330 π.Χ.) κατάλογο των θεωροδόκων του Άργους αφ’ ενός, και τον κατά 37 έτη προγενέστερο κατάλογο των θεωροδόκων της Επιδαύρου αφ’ ετέρου. 
Στον πρώτο η Κλεοπάτρα, αδελφή του Αλεξάνδρου και χήρα του ομώνυμου βασιλέως των Μολοσσών, εμφανίζεται ως μόνη θεωροδόκος της Ηπείρου. 
Στον δεύτερο ο θείος του Αλεξάνδρου Περδίκκας Γ’ ως μόνος θεωροδόκος της Μακεδονίας. Το συμπέρασμα είναι προφανές. 
Στην Μακεδονία της εποχής του Αλεξάνδρου, αντίθετα με ότι συνέβαινε στην σύγχρονη Ήπειρο ή στην ίδια την Μακεδονία μία γενεά ενωρίτερα, ο βασιλεύς δεν ήταν το μόνο πολιτειακό όργανο με διεθνή αναγνώριση υπήρχαν αυτόνομες πόλεις, δηλαδή οργανισμοί με ανεγνωρισμένη νομική προσωπικότητα, ικανοί να συνιστούν υποκείμενα «διεθνούς» δικαίου και να δέχονται απεσταλμένους ξένων κρατών και να διαπραγματεύονται -θεωρητικά τουλάχιστον- μαζί τους. 
Δεν υπάρχει δε αμφιβολία ότι η μεταρρύθμιση αυτή υπήρξε έργο του Φιλίππου, επί της βασιλείας του οποίου η καθαυτό Μακεδονία διαιρέθηκε συστηματικά σε αυτόνομες πολιτικές μονάδες με την αναγνώριση του πολιτειακού καθεστώτος πόλεως στους αστικούς οικισμούς του Παλαιού Βασιλείου και στις προσαρτημένες παλαιές νοτιο-ελληνικές αποικίες, με τον συνοικισμό κωμών γύρω από μία «μητρόπολη», δηλαδή κωμόπολη, στην ενδοχώρα των Νέων Χωρών και με την παραχώρηση καθεστώτος πόλεως στα έθνη της Άνω Μακεδονίας, των οποίων οι πολίτες εξακολουθούσαν ως επί το πλείστον να ζουν «κατά κώμας». Έχει υπολογισθεί ότι συνολικά η Μακεδονία του Αλεξάνδρου περιελάμβανε άνω των πενήντα πόλεων, αυτόνομων δηλαδή πολιτικών μονάδων.
Μεταγενέστερες μαρτυρίες από την ίδια την Μακεδονία δικαιολογούσαν την υπόθεση ότι ήδη από την εποχή του Φιλίππου κάθε πόλη, πέραν της κοινής σε όλην την Μακεδονία νομοθεσίας -τόσο εθιμικών νόμων όσο και βασιλικών «διαγραμμάτων»- δηλαδή διαταγμάτων, είχε την δική της νομοθεσία. Η εύλογη αυτή υπόθεση επιβεβαιώθηκε πρόσφατα από την ανακάλυψη στο Δίον επιγραφής των μέσων του Δ’ αι. π.Χ. με φορολογικό νόμο της πόλεως.
Θ’ ακολουθήσουν άλλα σημαντικότερα κείμενα, όπως ο γυμνασιαρχικός νόμος της Βέροιας ή ο εφηβαρχικός και ο ιερός νόμος της Αμφιπόλεως. Ως αυτόνομοι οργανισμοί οι πόλεις, πέραν των νόμων, που υιοθετούσαν και δημοσίευαν ελάμβαναν αποφάσεις σχετικά με τρέχουσες υποθέσεις. Δεκάδες τέτοια «ψηφίσματα» έχουν ανακαλυφτεί στην Μακεδονία χαραγμένα σε λίθο, τα αρχαιότερα των οποίων ανάγονται ήδη στον Δ’ αι. π.Χ. Χαρακτηριστικό είναι ψήφισμα του Δίου του τέλους μάλλον του Δ’ αιώνος σχετικό με την απονομή τιμών σε ευεργέτη της πόλεως: προεδρία στους γυμνικούς αγώνες και τα Διονύσια, αναγραφή του ψηφίσματος σε στήλη και ανάθεση της προ του ναού του Ολυμπίου Διός, κατασκευή αδριάντος και ίδρυση του στο τέμενος του ίδιου θεού, τέλος δε, αποστολή προς τον τιμώμενο δεκαμελούς πρεσβείας, συμπεριλαμβανομένων και των αρχόντων της πόλεως.
Πολιτική αυτονομία δεν είναι νοητή χωρίς πολιτικές αρχές. Πλήθος δε επιγραφικών κειμένων, ψηφισμάτων, ωνών, αναθημάτων, κλπ, τα αρχαιότερα των οποίων ανάγονται στην βασιλεία του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου, μας επιτρέπουν να γνωρίσομε την πολιτειακή οργάνωση των μακεδονικών πόλεων. Ο επώνυμος άρχων, με το όνομα του οποίου χρονολογούντο όλα τα επίσημα έγγραφα της πόλεως ήταν στην καθαυτό Μακεδονία ο ιερεύς του Ασκληπιού. Από τον Δ’ αιώνα π.Χ. πέραν των ποικίλων εγγράφων, όπου μνημονεύονται αυτοί ως μέρος της χρονολογίας, σώζεται και κατάλογος με τα ονόματα τριάντα ιερέων του Ασκληπιού των Καλινδοίων από το 335/4, οπότε «βασιλεύς Ἀλέξανδρος ἔδωκε Μακεδόσι Καλίνδοια καὶ τὰ χωρία τὰ περὶ Καλίνδοια Θαμίσκιαν, Καμακαίαν, Τριποᾶτιν», μέχρι την επίσημη αλλαγή της δυναστείας το 306/5 π.Χ. Οι κυρίως πολιτικοί άρχοντες, τρεις με πέντε στον αριθμό, στις πόλεις του Παλαιού Βασιλείου τουλάχιστον ονομάζονταν «ταγοί», όπως και στη Θεσσαλία. Επικεφαλής τους ήταν ο «επιστάτης», το όνομα του οποίου χρησιμοποιείτο συχνά για τη χρονολόγηση των επίσημων εγγράφων μαζί με εκείνο του ιερέως του Ασκληπιού, ενίοτε δε και αντί εκείνου. Υπήρχαν επίσης και κατώτεροι άρχοντες με ειδικά καθήκοντα, όπως ταμίες, αγορανόμοι, γυμνασιάρχοι κλπ.

Οι άρχοντες προήδρευαν της βουλής και της εκκλησίας, τις οποίες συγκαλούσαν και στις οποίες εισηγούντο τις αποφάσεις, δηλαδή τα ψηφίσματα. Επιγραφή του Δίου διασώζει το αυθεντικό μακεδονικό όνομα των βουλευτών, που μέχρι πρόσφατα ήταν γνωστό μόνον ένα χωρίο του Στράβωνος και μία «γλώσσα» του λεξικογράφου Ησυχίου: «πελιγάνες οι ένδοξοι, παρά δε Σύροις οι βουλευταί».
 Η θητεία των αρχόντων ήταν ετήσια (ενιαύσια), ο δε τρόπος επιλογής τους ήταν η εκλογή από την εκκλησία, ασχέτως αν η βασιλική εξουσία είχε την δυνατότητα προωθήσεως υποψηφίων αρεστών σ΄ αυτήν ή αν το «πολίτευμα», δηλαδή το σώμα των ενεργών πολιτών με πλήρη δικαιώματα δεν περιελάμβανε όλους τους κατοίκους.
 Ακόμη και κατά την ελληνιστική εποχή αυτοί έπρεπε να έχουν περιουσία αξίας τουλάχιστον 2.000 δραχμών σε ακίνητα ή σε ποίμνια. Αυτό σήμαινε ότι αποκλείονταν από τον ενεργό πολιτικό βίο όχι μόνον οι δούλοι και οι απελεύθεροι και οι πρώτης γενεάς απόγονοί τους, αλλά και οι έμποροι και οι βιοτέχνες και γενικότερα «οἱ αγοραῖα τέχνη κεχρημένοι».
 Δηλαδή πλήρη πολιτικά δικαιώματα είχαν μόνον εκείνοι των οποίων η οικονομική κατάσταση και οι επαγγελματικές υποχρεώσεις δεν τους εμπόδιζαν να ασκούνται σωματικά στα γυμνάσια και να είναι ανά πάσαν στιγμήν έτοιμοι να κληθούν υπό τα όπλα.
Η στενότατη σχέση μεταξύ πολιτικών και στρατιωτικών θεσμών, που χαρακτηρίζει την αρχαία Ελλάδα γενικότερα, είναι ιδιαίτερα εμφανής στην περιφερειακή οργάνωση. Η Μακεδονία ήδη από την εποχή του Φιλίππου ήταν διηρημένη σε μεγάλες διοικητικές και στρατιωτικές περιφέρειες των οποίων προΐσταντο στρατηγοί: την Άνω Μακεδονία, δυτικά του Βερμίου, την Βοττία, δηλαδή το Παλαιό Βασίλειο μεταξύ Βερμίου και Αξιού, την Αμφαξίτιδα μεταξύ Αξιού και κοιλάδος του Στρυμόνος και της Παραστρυμονία, αργότερα γνωστή ως Πρώτη Μερίδα, στα πλαίσια των οποίων γινόταν η επιστράτευση.
Πρωτεύουσες των τριών τελευταίων ήσαν αντίστοιχα η Πέλλα, η Θεσσαλονίκη, μετά την ίδρυσή της επί Κασσάνδρου, και η Αμφίπολις. Στις πρωτεύουσες αυτές έδρευαν οι στρατηγοί επί κεφαλής κάθε διαμερίσματος, συγκαλούντο οι περιφερειακές εκκλησίες, συγκεντρώνονταν οι φόροι και αργότερα λειτουργούσαν νομισματοκοπεία. Ο τρόπος αναδείξεως και η διάρκεια της θητείας των στρατηγών δεν είναι γνωστές, φαίνεται πάντως ότι εκτός από τα τοπικής φύσεως πολιτικά και στρατιωτικά τους καθήκοντα αποτελούσαν και πολιτειακούς παράγοντες. Πράγματι, σε συνθήκη μεταξύ Μακεδόνων και Μεσσηνίων του τελευταίου τετάρτου του Δ’ αι. π.Χ., που ανακαλύφθηκε πρόσφατα, δηλώνεται ότι τον νενομισμένο όρκο θα δώσουν, εκτός από τους βασιλείς, οι στρατηγοί, καθώς και ο ιππάρχης των Μακεδόνων.
Πολιτευόμενοι στις κατά τόπους πόλεις ή στρατολογούμενοι στις επί μέρους περιφέρειες οι Μακεδόνες, -Μακεδόνες εξ Αιγεών ή Μακεδόνες εξ Αμφιπόλεως- παρέμεναν πρώτιστα Μακεδόνες. Η ευκαιρία να εκφράσουν το γεγονός αυτό εδίδετο δύο φορές το χρόνο κατά τα Ξανδικά, δηλαδή τον ετήσιο καθαρμό του στρατεύματος τον Μάρτιο, και κατά την ετήσια πανήγυρη των Ολυμπίων τον Οκτώβριο. Τότε λάμβανε απτή υπόσταση το Κοινόν των Μακεδόνων, συνερχόταν σε εκκλησία και ψήφιζε πολιτικού, τιμητικού ή άλλου περιεχομένου  αποφάσεις.


Πριν από σαράντα ακριβώς χρόνια ο Ch. Edson δημοσίευε ένα γόνιμα πρωτότυπο άρθρο υπό τον τίτλο “Imperium macedonieum: The Seleucid Empire and the Literary Evidence”, δηλαδή «Μακεδονικόν κράτος: το κράτος των Σελευκιδών και οι φιλολογικές μαρτυρίες», στο οποίο εξήρε την συνέχεια στις πολιτειακές δομές του μακεδονικού βασιλείου και των Σελευκιδών. 
Οι επίκαιρες διαπιστώσεις του συγγραφέως αφορούσαν σχεδόν αποκλειστικά τους θεσμούς της κεντρικής εξουσίας. Πιο πρόσφατα ο Frezouls και ιδίως ο P. Bernard επέσυραν την προσοχή στην πρωτοφανή έκταση της αναπαραγωγής της μακεδονικής τοπωνυμίας στην σελευκιδική Συρία, με το παράλιο διαμέρισμα της Πιερίας, τον ποταμό Αξιό και τις πόλεις Πέλλα, Βέροια, Κύρρο, Ευρωπό, Ίχνες, Έδεσσα, Δολίχη, Καλλίπολη, Αμφίπολη, Αρεθούσα και Δίον. 
Ανάλογη μελέτη θα άξιζε να αφιερωθεί και στους τοπικούς πολιτικούς θεσμούς, των οποίων η μακεδονική προέλευση σπανίως εξαίρεται. Οι μητροπόλεις, δηλαδή οι κωμοπόλεις- διοικητικά κέντρα της νοτιο-ανατολικής Μικράς Ασίας (όπως και της Αιγύπτου) δεν είναι παραφυάδες των ταυτόσημων μητροπόλεων της Μακεδονίας, έστω και αν αυτές μαρτυρούνται όψιμα; Οι στρατηγίες των Σελευκιδών δεν αποτελούν προσαρμογή των ομώνυμων διαμερισμάτων της Μακεδονίας σε μία χώρα όπου, ελλείψει εθνικής ομοιογένειας, απουσιάζει το πάρισον του Κοινού των Μακεδόνων; 
Λιγότερο όμως από οπουδήποτε αλλού η συνέχεια μπορεί να αμφισβητηθεί στους θεσμούς της πόλεως. Στα μακεδονικά «κτίσματα» του κράτους των Σελευκιδών, όπως ακριβώς και στην Μακεδονία, οι πόλεις διοικούνται από την εκκλησία του δήμου, από βουλή της οποίας τα μέλη εξακολουθούν να φέρουν το όνομα πελιγάνες και από συναρχία αρχόντων με επί κεφαλής τον επιστάτη. 
Ένα ψήφισμα της Λαοδικείας π.χ. εισάγεται ως «Ασκληπιάδου επιστάτου και αρχόντων γνώμη» και προτείνεται προς ψήφιση «τοις πελιγάσιν». Αυτοί είναι οι θεσμοί οι οποίοι προσφέρουν το οικείο πολιτειακό περιβάλλον, καθιστώντας έτσι δυνατή την μετοικεσία χιλιάδων Μακεδόνων αποίκων, τους οποίους η προσφορά απέραντων -με ελληνικά μέτρα- γαιών προσελκύει και παρηγορεί ίσως για τον αποκλεισμό τους από την συμμετοχή τους ως πολιτών στην διοίκηση του συνόλου κράτους. Αυτήν την κληρονομιά παρέλαβε από τον πατέρα του ο Αλέξανδρος και αυτήν μετεφύτευσε επιτυχώς ο ίδιος και οι διάδοχοί του σε έδαφος εξωτικό. Το διόλου ασήμαντο αυτό επίτευγμα αποτελεί όμως συνάμα και φόρο τιμής στον Φίλιππο. Οι «χρηστοί νόμοι» με τους οποίους είχε «κοσμίσει» τις πόλεις της Μακεδονίας είχαν σε λιγότερο από δύο γενεές αποκτήσει τόσο βαθιές ρίζες, ώστε είχαν γίνει αναπόσπαστο τμήμα της μακεδονικής πολιτικής παραδόσεως.
(*) Το κείμενο αποτελεί περίληψη της Εισήγησης του Μ.Β. Χατζόπουλου στο Διεθνές Συνέδριο στην Βέροια με θέμα «Αλέξανδρος ο Μέγας: Από τη Μακεδονία στην Οικουμένη», 28 Μαΐου 1998

Η παραποίηση του λόγου του Μεγάλου Αλεξάνδρου εις την Ώπιν


Ένα κείμενο, που επιχειρεί να βάλει τέλος στην απάτη του διαβόητου «Όρκου» του Μ. Αλεξάνδρου, που κυκλοφορεί μάλιστα και σε διακοσμημένο πλαίσιο στα καταστήματα τουριστικών ειδών από διάφορους ελλαδέμπορους!

Επειδή σίγουρα θα προσκομιστούν κάποια «επιχειρήματα» από οπαδούς «μη-συμβατικών» παραληρημάτων, οι οποίοι θα προσπαθήσουν να μας πείσουν για την ύπαρξή του, παραθέτω συγκεκριμένα στοιχεία και πληροφορίες, για το τι υπάρχει στην πραγματικότητα και τι συνέβη και είναι ιστορικώς καταγεγραμμένο (βλ. Ιστορία Ελλ. Έθνους ΕΚΔΟΤΙΚΗ Αθηνών 1973 Τόμ. Δ΄σελ. 206-207):

Τον Αύγουστο του 324 π.Χ. στην πόλη Ώπιδα (και όχι Ιόππη!) της Βαβυλωνίας, οι στρατιώτες του Μ. Αλεξάνδρου στασίασαν. Αφορμή υπήρξε το γεγονός της αποστράτευσης των παλαιμάχων, στους οποίους χάρισε πλουσιότατα δώρα «ώστε να τους ζηλεύουν όλοι όταν γυρίσουν στην πατρίδα», όπως επί λέξει τους είπε ο Μακεδόνας στρατηλάτης, αποχαιρετώντας τους, στην διάρκεια μιας γενικής συνέλευσης του στρατού (=το Κοινόν των Μακεδόνων).

Αυτό παρεξηγήθηκε από τους στρατιώτες του, οι οποίοι πίστεψαν ότι ο Αλέξανδρος ήθελε να τους «ξεφορτωθεί» επειδή τους αντιπαθούσε (μετά την άρνησή τους να συνεχίσουν την εκστρατεία στις Ινδίες) και τους θεωρούσε ανίκανους πλέον να πολεμήσουν.
Επί πλέον είχαν πληροφορηθεί ότι μόλις είχαν φθάσει στα Σούσα οι νέες πολεμικές μονάδες από τους λεγομένους «Επιγόνους», δηλ. από εκπαιδευμένους στην πολεμική τακτική των Μακεδόνων, νέους αριστοκρατικών οικογενειών Περσών, Μήδων, Βακτριανών κ.λπ.

Ξέσπασε τότε οχλαγωγία και εκτοξεύθηκαν προσβλητικά λόγια από τους στρατιώτες εναντίον του Μ. Αλεξάνδρου, ο οποίος εξεμάνη και αφού υπέδειξε 13 από τους υποτιθέμενους πρωτεργάτες της ανταρσίας διέταξε να εκτελεστούν. Νεκρική σιγή έπεσε στην Συνέλευση και ο Αλέξανδρος εξαγριωμένος τους τα είπε «έξω από τα δόντια»:

«...Αυτός ο λόγος μου, Μακεδόνες, δεν θα εκφωνηθεί για να σταματήσει την επιθυμία σας για επιστροφή στην πατρίδα - γιατί μπορεί ο καθένας σας να φύγει όπου θέλει με την έγκριση μου - αλλά για να καταλάβετε τι λογής είμαστε εμείς και τι λογής γίνατε εσείς και φεύγετε.

Και θα αρχίσω πρώτα την ομιλία μου με αναφορά στον πατέρα μου Φίλιππο, όπως είναι φυσικό, ο Φίλιππος λοιπόν, αφού σας παρέλαβε περιφερομένους και φτωχούς, που βοσκούσατε τα λίγα σας πρόβατα στα βουνά ντυμένοι με προβιές και που πολεμούσατε με δυσκολία γι’ αυτά εναντίον των Ιλλυριών και των Τριβαλλών και των γειτόνων Θρακών, σας αξίωσε να φορέσετε χλαμύδες αντί για τα δέρματα και σας κατέβασε από τα βουνά στις πεδιάδες, καθιστώντας σας αξιωματούχους (αντιπάλους) απέναντι των γειτόνων βαρβάρων, έτσι που να στηρίζετε τη σωτηρία σας πια όχι στην οχυρότητα της τοποθεσίας αλλά στην προσωπική σας ανδρεία, και σας κατέστησε πολίτες πόλεων και σας εκπολίτισε με νόμους και χρηστά ήθη.

Και απέναντι αυτών των βαρβάρων, από τους οποίους υποφέρατε εσείς και τα υπάρχοντας σας, σας ανέδειξε σε ηγεμόνες από δούλους και υπηκόους και πρόσθεσε τα περισσότερα μέρη της Θράκης στην Μακεδονία και, καταλαμβάνοντας τα πιο επίκαιρα σημεία των παραθαλασσίων περιοχών, ανέπτυξε το εμπόριο στη χώρα και εξασφάλισε για εσάς την χωρίς κινδύνους (εξωτερικούς) εκμετάλλευση των μεταλλείων και σας κατέστησε κυρίαρχους των Θεσσαλών, που παλιότερα πεθαίνατε από τον φόβο σας, και ταπεινώνοντας το έθνος των Φωκέων άνοιξε διάπλατα και ευκολοδιάβατο το δρόμο για την Ελλάδα αντί του αρχικά στενού και αδιάβατου, και τους Αθηναίους και Θηβαίους, που ταλαιπωρούσαν πάντα την Μακεδονία με τις επιδρομές τους, τους ταπείνωσε σε τέτοιο βαθμό, και με δική σας ήδη συμμετοχή σ’ αυτά, ώστε αντί να πληρώνετε φόρους στους Αθηναίους και να είστε υπήκοοι των Θηβαίων, να εναποθέτουν εκείνοι την ασφάλεια τους σε σας ως επί το πλείστον.

Και αφού κατέβηκε στην Πελοπόννησο, διευθέτησε τις εκεί υποθέσεις και, αφού ανακηρύχθηκε στρατηγός με απεριόριστες αρμοδιότητες όλης της υπόλοιπης Ελλάδας για το στράτευμα εναντίον του Πέρση βασιλιά, πρόσθεσε περισσότερο αυτή τη δόξα όχι στον εαυτό του περισσότερο παρά στο κοινό των Μακεδόνων.

Αυτές τις υπηρεσίες έχει προσφέρει ο πατέρας μου σε εσάς, ώστε να τις εκτιμήσει κανείς σπουδαίες αυτές καθαυτές, αλλά μικρές σε σύγκριση με τις δικές μας.

Γιατί εγώ, παραλαμβάνοντας από τον πατέρα μου ελάχιστα χρυσά και ασημένια σκεύη, ούτε εξήντα τάλαντα στα ταμεία, χρέη του Φιλίππου πάνω από πεντακόσια τάλαντα και, αφού δανείστηκα ο ίδιος επιπλέον άλλα οχτακόσια, ξεκινώντας από τη χώρα μας, που δεν επαρκούσε ούτε για τις βοσκές σας, αμέσως σας άνοιξα τον δρόμο του Ελλησπόντου, ενώ οι Πέρσες τότε ήταν παντοδύναμοι στην θάλασσα, και κατανικώντας με το ιππικό τους σατράπες του Δαρείου, προσάρτησα όλη την Ιωνία στην δική σας επικράτεια και όλη την Αιολίδα και τις δύο Φρυγίες και τους Λυδούς και κυρίευσα την Μίλητο με πολιορκία και όλα τα άλλα μέρη, που προσχώρησαν σε μας με την θέληση τους, τα πήρα και τα παρέδωσα σε εσάς να τα καρπώνεστε και τα αγαθά από την Αίγυπτο και την Κυρήνη, όσα απόχτησα χωρίς μάχη, ανήκουν σε εσάς, και η Κοίλη Συρία και η Παλαιστίνη και η χώρα ανάμεσα στα ποτάμια (Μεσοποταμία) είναι δικό σας κτήμα, και η Βαβυλώνα και τα Βάκτρα και τα Σούσα δικά σας, και ο πλούτος των Λυδών και οι θησαυροί των Περσών και τα αγαθά των Ινδών και η έξω θάλασσα δική σας, εσείς είστε σατράπες, εσείς στρατηγοί, εσείς ταξίαρχοι.

Γιατί για μένα τι υπάρχει παραπάνω ύστερα από αυτούς τους κόπους πέρα από αυτή την πορφύρα και το διάδημα αυτό; Προσωπικά δεν έχω τίποτε άλλο και κανείς δεν μπορεί να μιλήσει για δικούς μου θησαυρούς παρά μόνο γι’ αυτά, δικά σας αποκτήματα η όσα φυλάγονται για εσάς.

Γιατί δεν υπάρχει λόγος να φυλάξω τους θησαυρούς προσωπικά για μένα, που σιτίζομαι το ίδιο με εσάς και προτιμώ τον ίδιο με εσάς ύπνο, και μάλιστα νομίζω ότι ούτε καν τρώω τα ίδια φαγητά με όσους από εσάς έχουν κοιλιόδουλες προτιμήσεις, και ξέρω ότι ξαγρυπνώ για σας, για να μπορείτε εσείς να κοιμάστε ήσυχοι.

Αλλά μήπως απόχτησα αυτά διοικώντας ο ίδιος άκοπα και χωρίς ταλαιπωρίες, ενώ εσείς κοπιάζατε και ταλαιπωρούσασταν; Και ποιος από εσάς αναγνωρίζει ότι κουράστηκε περισσότερο για μένα, από ότι εγώ για εκείνον;

Εμπρός λοιπόν, και οποίος από εσάς έχει τραύματα, ας βγάλει τα ρούχα του και ας τα δείξει, και εγώ θα δείξω τα δικά μου σχετικά, γιατί, από έμενα κανένα μέρος του σώματος μετωπικά και απόμεινε χωρίς τραύματα, ούτε υπάρχει όπλο η από τα χειριζόμενα με το χέρι η από αυτά από εκτοξεύονται, που να μη φέρω πάνω μου τα ίχνη του, αλλά και με ξίφος από χέρι έχω πληγωθεί και τόξα έχω δεχτεί ήδη και με βλήματα μηχανών χτυπήθηκα και με πέτρες πολλές φορές και με καδρόνια βαλλόμενος για εσάς και για δική σας δόξα και για δικό σας πλούτο σας οδηγώ νικητές ανάμεσα από κάθε στεριά και θάλασσα και από όλους τους ποταμούς και τα όρη και όλες τις πεδιάδες, και τέλεσα τους ιδίους γάμους με σας και τα παιδιά μου.

 Και απέναντι σε οποίον υπήρχαν χρέη, χωρίς να πολυεξετάσω για ποιόν λόγο δημιουργήθηκαν, ενώ τόσα πολλά εισπράττατε ως μισθό και τόσα πολλά ιδιοποιούντουσαν όταν γινόταν λεηλασία μετά από πολιορκία, όλα τα εξόφλησα.

Και υπάρχουν χρυσά στεφάνια για τους περισσοτέρους από σας, αθάνατα ενθύμια και της δικής σας ανδρείας και της από μένα επιβράβευση σας. Και οποίος σκοτώθηκε, έπεσε ένδοξα, και έγινε μεγαλοπρεπής η ταφή του, και χάλκινοι ανδριάντες έχουν τιμηθεί, απαλλαγμένοι από εκτάκτους φόρους και κάθε οικονομική υποχρέωση, γιατί, πράγματι, κανείς από εσάς δεν σκοτώθηκε υποχωρώντας, όταν εγώ πρωτοστατούσα στις μάχες.

Και τώρα εγώ σκόπευα να στείλω πίσω τους απόμαχους από σας αξιοζήλευτους από τους συμπατριώτες σας, αλλά αφού θέλετε να επιστρέψετε όλοι σας, φύγετε όλοι και στην επιστροφή ανακοινώστε ότι το βασιλιά σας Αλέξανδρο, που κατανίκησε τους Πέρσας και τους Μήδους και τους Βάκτριους και τους Σάκες, που κυρίευσε τους Ουξίους και Αραχωτούς και Δραγγιανούς, που υπόταξε τους Παρθυαίους και τους Χορασμίους και τους Υρκανίους μέχρι την Κασπία θάλασσα, που πέρασε τον Καύκασο πέρα από τις Κασπίες πύλες, που διάβηκε τον Ώξο ποταμό και τον Τάναϊ, ακόμη και τον Ινδό ποταμό που δεν πέρασε κανένας άλλος εκτός από τον Διόνυσο και τον Υδάσπη και τον Ακεσίνη και τον Υδραώτη, και που θα περνούσε και τον Ύφαση, αν εσείς δεν αντιδρούσατε, και που προχώρησε στη μεγάλη θάλασσα και από τα δύο στόμια του Ινδού, και που διέσχισε την έρημο της Γεδρωσίας, απ’ όπου κανείς ποτέ νωρίτερα δεν πέρασε με στρατό, και που στο πέρασμα του κατέκτησε την Καρμανία και τη χώρα των Ωρειτών, και που τον εγκαταλείψατε και φύγατε, παραδίδοντάς τον στους κατανικημένους βαρβάρους να τον φυλάγουν. Ίσως αυτά θα είναι για εσάς δόξα εκ μέρους των ανθρώπων και (θεωρηθούν) όσια βέβαια, όταν θα τα αναγγείλετε.
Φύγετε...».

Οι Μακεδόνες τελικά συμφιλιώθηκαν με τον Βασιλιά τους και ακολούθησε ένα μεγάλο συμπόσιο που παραβρέθηκαν 9.000 συμπολεμιστές του Αλεξάνδρου μαζί με υψηλόβαθμους αξιωματούχους Πέρσες και άλλους «βαρβάρους».











Όλα τα παραπάνω κατεγράφησαν (και έτσι τα γνωρίζουμε) από τον ελληνικής καταγωγής, αλλά Ρωμαίο πολίτη (είχε μάλιστα αναδειχθεί σε συγκλητικό), τον περίφημο ιστορικό Λεύκιο Φλάβιο Αρριανό (περίπου 87 – 145 μ.Χ.), από την Νικομήδεια της Βιθυνίας, στο πασίγνωστο έργο του «Αλεξάνδρου Ανάβασις», στο Βιβλίο Ζ΄ κεφ. 8-11.

Ο παραπάνω Λόγος του Αλεξάνδρου καταλαμβάνει τα κεφάλαια 9 και 10. Όσο για την πόλη Ώπιδα (στην ακκαδική γλώσσα, Upa ή Upija) της Βαβυλωνίας (και όχι της Ασσυρίας, όπως την αναφέρουν κάποιοι αγεωγράφητοι), αυτή βρισκόταν στην ανατολική όχθη του ποταμού Τίγρη, κοντά στην συμβολή με τον μεγάλο παραπόταμό του, Ντιγιάλα (Diyala), μνημονευόμενη ήδη από τις αρχές της 2ης χιλιετίας π.Χ.

Αργότερα, απετέλεσε ένα σημαντικό διοικητικό κέντρο της Περσικής αυτοκρατορίας και έναν από τους βασικούς σταθμούς της περίφημης «Βασιλικής οδού» που ξεκινούσε από τις Σάρδεις (την παλιά πρωτεύουσα του βασιλείου των Λυδών) και έφθανε στα Σούσα και την Περσέπολη, δύο από τις πρωτεύουσες των Αχαιμενιδών αυτοκρατόρων. Από την Ώπιδα μάλιστα ξεκινούσε ο κλάδος της «Βασιλικής οδού», που έφθανε στα Εκβάτανα (την παλιά πρωτεύουσα της Μηδικής αυτοκρατορίας) και από εκεί στις ανατολικές επαρχίες της αχανούς αυτοκρατορίας των Αχαιμενιδών.

Η Ώπις κατελήφθη από τους Μακεδόνες μάλλον τον Σεπτέμβριο του 331 π.Χ. λίγο μετά την μάχη των Γαυγαμήλων και παρέμεινε ένα σημαντικό πολιτικό κέντρο. Μετά την ίδρυση της Αυτοκρατορίας των Σελευκιδών από τον Σέλευκο Α΄ τον Νικάτορα, αποφασίσθηκε η δημιουργία μιας νέας πρωτεύουσας, η οποία κτίσθηκε στην άλλη όχθη (την δυτική) του Τίγρη, ακριβώς απέναντι από την Ώπιδα. Η νέα πρωτεύουσα ονομάσθηκε Σελεύκεια επί του Τίγρητος, προς τιμήν του ιδρυτή της. Όταν τον 2ο αιώνα π.Χ. οι Πάρθοι κατέλαβαν την περιοχή, αρχικά έκαναν πρωτεύουσά τους την Σελεύκεια, αλλά σύντομα έκτισαν μια νέα πρωτεύουσα δίπλα στην Ώπιδα, την γνωστή Κτησιφώντα, η οποία παρέμεινε και πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας των Σασσανιδών (γνωστών μας από τους πολέμους με το Βυζάντιο), της νέας Ιρανικής δυναστείας που εξεδίωξε την Παρθική.


Καμιά σχέση λοιπόν με τον φανταστικό «Όρκο»....

Και για να τελειώνω ώστε να μη κουράζω. Ουδείς αρχαίος συγγραφεύς (επικαλούνται κατά περίπτωση διάφορους) ανέφερε κάποιον «όρκο». Ούτε ο Πλούταρχος στα έργα του "Περί Αλεξάνδρου τύχης ή αρετής" και "Αλέξανδρος - Καίσαρ", ούτε ο Διόδωρος ο Σικελιώτης, που είχε αφιερώσει μάλιστα 4 από τα 19 βιβλία του της περίφημης παγκόσμιας ιστορίας του (Βιβλιοθήκη Ιστορική) στην εποχή του Μ. Αλεξάνδρου, ούτε βέβαια ο μεγάλος γεωγράφος και αστρονόμος Ερατοσθένης ο Κυρηναίος (385-294 π.Χ.), τρίτος κατά σειράν διευθυντής της ανεπανάληπτης Βιβλιοθήκης της Αλεξανδρείας, αναφέρουν το παραμικρό.

Ειδικώς ο τελευταίος (και απορώ μάλιστα ποιος άσχετος τον σκέφτηκε), ποτέ δεν έγραψε ιστορικά κείμενα και από το έργο του σχεδόν κανένα χειρόγραφό του δεν έχει σωθεί, εκτός από κάποια αποσπάσματα. Το μοναδικό σωσμένο κείμενο (σε επιτομές) που έχουμε στα χέρια μας είναι "Οι καταστερισμοί" και μερικά αποσπάσματα από το έργο "Ακροθεσία", που καμιά σχέση δεν έχουν με «όρκους», αλλά είναι καθαρά αστρονομικά βιβλία - εγχειρίδια.

Εικάζω ότι γίνεται σύγχυση με τα αναφερόμενα από τον σπουδαίο Γεωγράφο Στράβωνα ("Γεωγραφικά" Ι. 4.9), που έζησε τον 1ο αιώνα π.Χ. - 1ο αιώνα μ.Χ. στην κριτική του για τον Ερατοσθένη, ο οποίος διέσωσε μ’ αυτόν τον τρόπο και το σχετικό κείμενο από χαμένο πια έργο του Ερατοσθένους. Παραθέτω το κείμενο (μεταφερμένο στην νεοελληνική) του Στράβωνος:

“Στο τέλος της (γεωγραφικής) αναφοράς του (ο Ερατοσθένης) μη ασπασθείς τη γνώμη εκείνων που διαιρούν την ανθρωπότητα σε Έλληνες και βαρβάρους, και εκείνων που συμβούλευαν τον Αλέξανδρο να συμπεριφέρεται προς μεν τους Έλληνες ως εις φίλους προς δε τους βαρβάρους ως εις εχθρούς, διατυπώνει την άποψη ότι είναι καλύτερα να διακρίνουμε τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς. Διότι πολλοί από τους Έλληνες είναι κακοί ενώ πολλοί από τους βαρβάρους είναι πολιτισμένοι, όπως συμβαίνει με τους Ινδούς και τους Αριανούς και επίσης με τους Ρωμαίους και Καρχηδονίους που τόσο θαυμάσια πολιτεύονται. Για τον λόγο αυτόν βέβαια ο Αλέξανδρος, μη δίνοντας βαρύτητα σε τέτοιες προτροπές, προτιμούσε να αποδέχεται και να ευεργετεί τους επιτυχημένους (ικανούς) άνδρες όποιοι και αν ήσαν αυτοί. Όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση, οι διαχωριζόμενοι με αυτόν τον τρόπο, ετίθεντο άλλοι μεν σε ευμένεια άλλοι δε σε δυσμένεια. Διότι σε άλλους επικρατούσε η νομιμότητα και η παιδεία και η λογική και σε άλλους τα αντίθετα.

 Έτσι λοιπόν ο Αλέξανδρος δεν αγνόησε τους συμβουλάτορες αλλά αποδεχθείς το σκεπτικό των συμβουλών, έκανε αυτά που ήταν συνεπαγόμενα μάλλον παρά αντίθετα, στοχεύοντας στη λογική αφετηρία των μηνυμάτων που έπαιρνε”.

Tο τμήμα με τα έγχρωμα κόκκινα γράμματα  είναι το αυθεντικό απόσπασμα του Ερατοσθένη. Δεν νομίζω ότι η κριτική του Στράβωνος ή το απόσπασμα του Ερατοσθένους μας επιτρέπει να υποθέσουμε για την ύπαρξη κάποιου "όρκου" ή κάτι παρόμοιου.Συνεπώς δεν υπήρξε οποιοσδήποτε δήθεν  όρκος που  επικαλούνται καποιοι  δήθεν διεθνιστές και οικουμενιστές για να εξυπηρετήσουν δικούς τους σκοπούς.   


Η ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ  ΕΙΝΑΙ  ΜΟΝΟΝ ΕΛΛΑΔΑ  ΚΑΙ  ΔΕΝ  ΕΠΙΔΕΧΕΤΑΙ ΚΑΝΕΝΟΣ ΟΡΟΥ ΧΡΗΣΗΣ ΤΗΣ  ΟΝΟΜΑΣΙΑΣ  ΤΗΣ  ΑΠΟ  ΞΕΝΟΥΣ ΟΠΟΙΑΣΔΗΠΟΤΕ ΚΡΑΤΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΙΑΣ  ΚΑΙ  ΜΗ.